Σημείωμα προέδρου
«Πρέπει να οργανώσουμε την απαισιοδοξία…»
Στις ασκήσεις επί χάρτου για το Φεστιβάλ 2011 γινόταν ολοένα και πιο φανερό ότι βρισκόμαστε μπρος σε μια ακόμα δύσκολη χρονιά. Τρίτη χρονιά, μιας κρίσης βαθιάς που διαρκεί. Που δεν αφορά μόνο στην οικονομία, αλλά και στην κοινωνία, την αισθητική, τις σχέσεις των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, μια κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού για τη σύγχρονη Ελλάδα, και όχι μόνο γι’ αυτή. Και τι μερίδιο καταλαμβάνει η τέχνη και ο πολιτισμός, όταν κανείς βαδίζει στο τεντωμένο σχοινί των περιστάσεων; Σε τι μπορεί να προσβλέπει και πόσο αισιόδοξος μπορεί να είναι;
Με την πεποίθηση ότι η τέχνη φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και τους εμβολιάζει με αντισώματα στην επερχόμενη βαρβαρότητα καθώς προσφέρεται ως εργαλείο αναστοχασμού, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, υπερασπιζόμαστε την κεντρική ιδέα που συνιστά το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου από το 2006 και μετά, στο θέατρο, τη μουσική, το χορό, τα εικαστικά. Έννοιες-κλειδιά: η πολυσυλλεκτικότητα, το πνεύμα της περιπέτειας, η ανάγκη να παραμένουμε ανοιχτοί, αλλά και η δίψα του κοινού για αληθινή τέχνη, για επικοινωνία με το καινούργιο και το άγνωστο.
Επιμένουμε στις βασικές αρχές ενός προγραμματισμού που φέρνει σε επαφή το ελληνικό κοινό με καλλιτέχνες-ορόσημα, σαν την αθεράπευτη οραματίστρια του θεάτρου Αριάν Μνουσκίν, τη Συλβί Γκιλλέμ, που χάρη στη χορευτική ιδιοφυΐα της τόλμησε να περάσει από το κλασικό μπαλέτο στον σύγχρονο χορό, αλλά και με ιστορικούς θεσμούς όπως το Θέατρο Μπολσόι και η Φιλαρμονική της Σκάλας. Στην Επίδαυρο επιστρέφει για δεύτερη φορά, ύστερα από την τεράστια απήχηση που είχε πρόπερσι, το Bridge Project –μια συνεργασία του Ελληνικού Φεστιβάλ με τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο–, με δύο μεγάλα ονόματα του Χόλλυγουντ, τον Σαμ Μέντες και τον Κέβιν Σπέισυ, να συναντώνται αυτή τη φορά εκτός κινηματογραφικών πλατό, στον Ριχάρδο τον Γ΄.
Έργα πρωτοπόρων δημιουργών, που με τον ανατρεπτικό στοχασμό τους βοηθούν την τέχνη τους να πάει πιο μπροστά, φιλοξενούνται και φέτος στη σκηνή του Φεστιβάλ. Εδώ συγκαταλέγονται, αναμφίβολα, το αφιέρωμα στον Ιάννη Ξενάκη, που με την πολυσχιδή προσωπικότητα, ως συνθέτης και στοχαστής, σημάδεψε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η τελευταία παράσταση του ανανεωτή της θεατρικής γλώσσας Ρομέο Καστελλούτσι, ο οξυδερκής «Αμερικανός της Ευρώπης» Ουίλλιαμ Φόρσαϊθ, το τρομερό παιδί της βίντεο αρτ Νταγκ Άιτκεν, αλλά και η Μαγκύ Μαρέν, που για την τελευταία της δημιουργία Salves επικαλείται τον διορατικό Βάλτερ Μπένγιαμιν, προσθέτοντας εύστοχα, «Να δουλέψουμε την απαισιοδοξία και τους φόβους μας, για να ξεφύγουμε από την ατμόσφαιρα που μας συνθλίβει και μας αποδυναμώνει…».
Μένουμε σταθερά προσηλωμένοι στη νεανική δημιουργία – και μάλιστα περισσότερο από τις προηγούμενες χρονιές. Το Φεστιβάλ βοηθά τους νέους, γιατί χάρη σ’ αυτούς είναι πιθανό να δούμε τον κόσμο με μια νέα ματιά• ανάμεσά τους, δημιουργοί (ο Χαράλαμπος Γωγιός, οι ακατάτακτοι πειραματιστές των νέων μέσων, drog_A_tek), και ερμηνευτές (ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος ή ο Ζερεμί Ρορέρ, ταγμένοι αμφότεροι στη σύγχρονη ανάγνωση του μπαρόκ).
Τέλος, προσπαθούμε –όπως κάθε χρόνο– να εγγράψουμε το Φεστιβάλ στη μακρά διάρκεια αποκαθιστώντας επαφή με το χώρο της μνήμης μέσα από αφιερώματα, όπως αυτό με αφορμή τα δέκα χρόνια από το θάνατο του Ιάννη Ξενάκη, που προαναφέραμε, το αφιέρωμα στα 200 χρόνια από τη γέννηση του Φραντς Λιστ, τα αφιερώματα στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Γκάτσο (100 χρόνια από τη γέννησή τους) και το αφιέρωμα στον Γκούσταβ Μάλερ (100 χρόνια από το θάνατό του).
Γιώργος Λούκος
Πρόεδρος Δ. Σ. – Καλλιτεχνικός Διευθυντής